ερτσιανός

-ή, -ό και ερτζιανός, -ή, -ό
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στις θεωρίες τού Γερμανού φυσικού Χερτς
2. φρ. «ερτσιανά κύματα» — τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. hertzian < Hertz].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ερτζιανός, -ή — ό και ερτσιανός, ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη θεωρία του Γερμανού φυσικού Χερτς. 2. ηλεκτρομαγνητικός: Ερτζιανά κύματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.